συνονθύλευμα

συνονθύλευμα
τό
1) фарширование; 2) компилирование, компиляция

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "συνονθύλευμα" в других словарях:

  • συνονθύλευμα — το, ατος συγκέντρωση ανόμοιων πραγμάτων: Το περιεχόμενο αυτού του βιβλίου είναι ένα συνονθύλευμα διαφόρων απόψεων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνονθύλευμα — το, Ν 1. παραγέμισμα 2. σύμφυρμα ανόμοιων και, συχνά, άσχετων μεταξύ τους πραγμάτων 3. μτφ. σύγγραμμα που αποτελεί συρραφή από διάφορες πηγές, συμπίλημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συνονθυλεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1851 στον Δημ. Ν. Βερναρδάκη] …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής Συντομευμένη ονομασία: ΗΠΑ (USA) Έκταση: 9.629.091 τ. χλμ Πληθυσμός: 278.058.881 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Ουάσινγκτον (6.068.996 κάτ. το 2002)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τον… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek

  • αμάλγαμα — Κράμα υδραργύρου με ένα ή περισσότερα μέταλλα (π.χ. κασσίτερο, ψευδάργυρο, χρυσό, χαλκό). Μπορεί να είναι είτε υγρό είτε παχύρρευστη μάζα είτε στερεό, σε κανονική θερμοκρασία, ανάλογα με την εκατοστιαία περιεκτικότητά του σε υδραργύρο. Το α.… …   Dictionary of Greek

  • λειτουργισμός — ο 1. (επιστημολ.) τρόπος ερμηνείας και μέθοδος ανάλυσης σύνθετων κυρίως δομών τού επιστητού με βάση την εξάρτηση, τη δράση, την απόδοση, την αποτελεσματικότητα ή τον προορισμό τών μερών στα πλαίσια ενός συνόλου, αλλ. θεωρία τής λειτουργικότητας ή …   Dictionary of Greek

  • μεταμοντερνισμός — Όρος ή σύστημα ιδεών που εμφανίζεται σε ποικίλα πεδία, μεταξύ των οποίων η τέχνη, η αρχιτεκτονική, η μουσική, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, η κοινωνιολογία, οι επικοινωνίες, η μόδα και η τεχνολογία. Ο μ. αναδύθηκε από το κίνημα του μοντερνισμού …   Dictionary of Greek

  • μωσαϊκό — I Βλ. λ. ψηφιδωτό. Ο ιός του μωσαϊκού του καπνού, φωτογραφημένος με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. II (Βοτ.). Μια πάθηση των φυτών που προκαλείται από διάφορους ιούς. Συνήθως εκδηλώνεται με κατά ζώνες κιτρίνισμα των φύλλων εξαιτίας αλλοιωμένου… …   Dictionary of Greek

  • ποτ-πουρί — το, Ν 1. μουσ. α) σειρά από μελωδίες παρμένες από όπερες ή οπερέτες συνδεδεμένες μεταξύ τους κατά τρόπο αυθαίρετο β) σειρά από κουπλέ ή ρεφραίν παρμένα από διαφορετικά τραγούδια 2. μτφ. συνονθύλευμα, σύνολο από ποικιλόμορφα πράγματα. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • συμπίλημα — το, ΝΜ [συμπιλῶ] καθετί που έχει σχηματιστεί με συμπίληση, μίγμα που έχει αποτελεστεί από συμπίεση διαφόρων πραγμάτων νεοελλ. μτφ. κείμενο που έχει προέλθει από συμπίληση, σύμφυρμα, συνονθύλευμα …   Dictionary of Greek

  • συνονθυλεύω — Ν συμφύρω, συρράπτω ανόμοια πράγματα, δημιουργώ συνονθύλευμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + αρχ. ρ. ὀνθυλεύω «παραγεμίζω» (< ὄνθος «κοπριά ζώων»), Η λ. μαρτυρείται από το 1868 στον Δημ. Ν. Βερναρδάκη] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»